Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Προσπάθεια για ανάκαμψη στον αετό


Μια παρέα νιώθουν Διοίκηση, τεχνική ηγεσία και ποδοσφαιριστές στον Αετό Πρωτόπαππα. Τα τελευταία ανεπιτυχή αποτελέσματα δε λύγισαν κανέναν στο σύλλογο, αντίθετα υπάρχει διάχυτη αισιοδοξία ότι είναι θέμα χρόνου η ομάδα να επιστρέψει στο δρόμο των επιτυχιών. Οι απουσίες που είχε στο ρόστερ ο Νίκος Στόιλας σε συνδυασμό με τις δύσκολες καιρικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγονται οι προπονήσεις κόστισαν πολύτιμο βαθμολογικό έδαφος στην Πρωτόπαππα που σίγουρα άξιζε το κάτι παραπάνω.

Στόχος πλέον είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη βαθμολογική συγκομιδή ώστε η ομάδα να "αναρριχηθεί" ψηλότερα, ενώ η προσοχή επικεντρώνεται στην προσεχή εκτός έδρας αναμέτρηση με την Περίβλεπτο.
Μοναδική απουσία είναι αυτή του Καρακέλη, ο οποίος υπηρετεί τη θητεία του, ενώ ο τερματοφύλακας Χρήστος Αθανασίου εξέτισε την ποινή της μιας αγωνιστικής στο παιχνίδι με τη Αγία Μαρίνα και βρίσκεται πλέον στη διάθεση του προπονητή του.
Στα οικονομικά προβλήματα, τέλος, που απασχολούν κάθε ερασιτεχνικό σωματείο, στάθηκε ο πρόεδρος του Αετού Πρωτόπαππας, κ. Μιχάλης Χαρίσης τονίζοντας: «Εύχομαι καλή συνέχεια σε όλες τις ομάδες, ώστε να τελειώσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα τη χρονιά. Τεράστια, οικονομικής φύσεως, είναι τα προβλήματα στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο και όλοι όσοι ασχολούμαστε με αυτό προβληματιζόμαστε για το τι μέλλει γενέσθαι».




από την εφημερίδα "ΣΟΥΤ

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

ΖΙΤΣΑ

  •  
  • Η Ζίτσα ιδρύθηκε τα τέλη του Μεσαίωνα πιθανότατα λίγο πριν ή μετά το ξεκίνηματου 15ου αιώνα. Η πρώτη αναφορά σε αυτήν γίνεται στο Χρονικό των Ιωαννίνων, σεγεγονότα του έτους 1382, δεν γίνεται όμως σαφές από τα συμφραζόμενα εάνπρόκειται για αμυντική θέση ή ήδη ιδρυμένο χωριό. Για την προέλευση τηςονομασίας έχουν διατυπωθεί οι εξής θεωρίες: Ελληνική, κατά τον Λαμπρίδη. Σύμφωνα με τον τοπικό θρύλο που αφηγείταιότι πρώτη οικίστρια του χωριού ήταν μια κοπέλα ονόματι Ζωίτσα. Ο Οικονόμουόμως, επιμένει ότι είναι σλαβική (όπως πολλά ακόμα υστερομεσαιωνικά τοπωνύμιατης Ηπείρου) και σήμαινε ψυχή ή κατ άλλους σύνορο. Υποστηρίζει ότι όταν χτίστηκεη κωμόπολη δεν ήταν κατακτητές οι Σλάβοι, αλλά ο λόφος στον οποίο βρίσκεταισήμερα το μοναστήρι του Αι-Λια είχε πάρει το σλαβικό τοπωνύμιο Ζίτσα και εφόσονοι μέτοικοι ήρθαν και έχτισαν το καινούργιο τους χωριό στους πρόποδες του λόφουαυτού, του έδωσαν την υπάρχουσα ήδη ονομασία του. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται καιαπό το γεγονός ότι στη Σερβία υπάρχει μοναστήρι με το ίδιο όνομα κοντά σταΣκόπια.. Εκεί μάλιστα είχε στεφτεί βασιλιάς ο Στέφανος Δουσάν, ιδρυτής του οίκουπου εξουσίαζε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στο β΄ μισό του 14ου αιώνα. Και οVasmer συνδέει το όνομα με το σερβοκροατικό Ziçe. Και υπάρχει και η τουρκικήεκδοχή, από τη λέξη şişa (φιάλη, παγούρι).
  •  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Επί Τουρκοκρατίας (1430-1913) η Ζίτσα αναδείχθηκε στο κεφαλοχώριτων Κουρεντοχωρίων, όπως ονόμαζαν οι Οθωμανοί την ευρύτερη περιοχή. Σεαντίθεση με τις συνήθειες της οθωμανικής φεουδαρχίας ουδέποτε υπήρξε ιδιωτικήκτήση: Από το 1430 έως το 1788 ήταν υπό την προστασία της βαλιδέ σουλτάνας, ημητέρα του εκάστοτε σουλτάνου, ενώ στη συνέχεια αφιερώθηκε στα καθιδρύματατης Μέκκας μέχρι την απελευθέρωση. Ο «σαλναμές» του βιλαετίου Ιωαννίνων γιατο οικονομικό έτος 1311 (Μάρτιος 1895 ως Φεβρουάριος 1896), όπου διασώζεται ητελευταία αναλυτική απογραφή της οθωμανικής περιόδου, αποτυπώνει για τη Ζίτσατην εικόνα μιας ακμάζουσας κοινότητας με 260 «χανέδες» (οικογένειες) και συνολικά1.472 κατοίκους. Αυτό οφείλεται στη στρατηγική της θέση, η οποία εξασφάλιζε τόσο την ασφαλήεπικοινωνία των Ιωαννίνων με το Πωγώνι και τη Βόρεια Ήπειρο, όσο καιανεμπόδιστη παρατήρηση μεγάλου κομματιού της Θεσπρωτίας. Η κομβική θέση κι ηανάπτυξη της αμπελουργίας συντέλεσαν στη δημιουργία ενός αστικού - εμπορικούστρώματος που δραστηριοποιήθηκε στα Βαλκάνια και ολόκληρη τη λεκάνη τηςΜεσογείου. Παράλληλα τα μοναστήρια Προφήτη Ηλία και Πατέρων διαθέτοντας μετόχιασε Ρουμανία και Ρωσία χρηματοδοτούσαν τις σπουδές πολλών ντόπιων σεπανεπιστήμια καθώς και την ίδρυση σχολείων εντός του χωριού.Από αυτά προήλθαν προσωπικότητες όπως ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Α΄,ο μητροπολίτης Ουγγρο-βλαχίας Δοσίθεος Φιλίτης ή ο εθνεγέρτης ιατρόςΔημήτριος Νικολίδης.
  •  Η ακμή των μοναστηριών και συνάμα η εκπαιδευτική δραστηριότητά τουςδιακόπηκε στα μέσα του 18ου αιώνα, αλλά το κενό αναπληρώθηκε σύντομα υπό τηνεπίδραση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και χάρη σε σειρά δωρεών από Ζιτσαίουςτης διασποράς. Σύμφωνα με την παράδοση, το 1764 οι κάτοικοι ίδρυσαν νέοελληνικό σχολείο, το λεγόμενο Δασκαλειό, κατόπιν παραίνεσης του Κοσμά τουΑιτωλού. Η εικόνα του Αγίου Κοσμά στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία
  •  Στο πρώτο μισό του 19 αι ο Κωνστάντιος Φιλίτης τότε επίσκοπος ΒουζαίουΡουμανίας και ανηψιός του Δοσιθέου, δώρισε αρκετές χιλιάδες γρόσια από τηνπροσωπική του περιουσία για να ιδρυθεί βιβλιοθήκη και σχολείο, ορίζονταςμάλιστα να μη διδάσκεται μόνο η «παλιά» αλλά και η «νέα Ελληνική γλώσσα» Το παλιό Δημοτικό Σχολείο Το 1872 ο ευεργέτης Δημήτριος Φιλίτης μετέτρεψε το σπίτι του στη Ζίτσα σεΠαρθεναγωγείο. Εκεί τα κορίτσια μάθαιναν εκτός από τα στοιχειώδη γράμματα(τετρατάξιο Δημοτικό) και υφαντική. Την επίβλεψη και φροντίδα της σωστήςλειτουργίας του την ανέθεσε με τη διαθήκη του, στο σύλλογο διάδοσης τωνΕλληνικών γραμμάτων, που είχε έδρα στην Αθήνα. Ο σύλλογος αυτός διαχειρίζονταντο κληροδότημά του και διόριζε το διδακτικό προσωπικό. Το Παρθεναγωγείολειτούργησε στο σπίτι του Φιλίτη μέχρι το 1905. Κι εδώ λόγου της αδιαφορίας τωνεπιτρόπων το κτίριο ερειπώθηκε. Λειτουργούσε μέχρι το 1923 με ενοίκιο σε διάφορασπίτια της Ζίτσας. Τότε ξαναέγινε μικτό το δημοτικό σχολείο, οπότε καταργήθηκε τοΠαρθεναγωγείο. Τα χρήματα έγιναν ακόμα περισσότερα όταν ο Δοσίθεος απεβίωσε και όρισε τονΚωνστάντιο εκτελεστή της διαθήκης του. Το έργο τους συνέχισε ο ΑναστάσιοςΦιλίτης ο οποίος επιπλέον κληροδότησε στη Ζίτσα και τα Ιωάννινα300.000 φράγκα για τη σύσταση υποτροφιών. Το 1884 ο Αναστάσιος Φιλίτηςόρισε με διαθήκη του να δοθούν από τους εκτελεστές της 85 χιλιάδες φράγκα στο«Σύλλογο προς διάδοσιν των Ελληνικών γραμμάτων» στην Αθήνα, ο οποίος έπρεπενα χορηγεί υποτροφίες για σπουδές φτωχών και επιμελών παιδιών από τη Ζίτσα.Έδωσε το δικαίωμα στην κοινότητα να επιβλέπει, αν τηρούνται όλα όπως τα ήθελε.Στους εκτελεστές της διαθήκης του, άφησε 600 καισαροβασιλικά φλουριά, για νααγοραστεί ένα ακίνητο στα Γιάννινα, του οποίου το εισόδημα θα χρησίμευε για τη
  •  λειτουργία των σχολείων της Ζίτσας. Το ακίνητο όμως δεν αγοράστηκε, επειδή οιεκτελεστές έκριναν ότι ήταν καλύτερα να καταθέσουν το ποσό αυτό στην τράπεζα. Από τους πόρους των κληροδοτημάτων των ευεργετών πληρώνονταν οι μισθοίτων δασκάλων και μοιράζονταν στους μαθητές, ντόπιους και ξένους δωρεάν τασχολικά βιβλία και η γραφική ύλη. Το 1939 με δαπάνη των κληροδοτημάτων του Αναστασίου και Δημητρίου Φιλίτη,χτίστηκε το νέο κτίριο του Δημοτικού σχολείου, κοντά στην εκκλησία τωνΤαξιαρχών. Το νέο Δημοτικό ΣχολείοΤο κτίριο δεν μπόρεσε τότε να ολοκληρωθεί, εξαιτίας του πολέμου που ακολούθησε.Μετά τον πόλεμο, επειδή τα κληροδοτήματα αυτά εκμηδενίστηκαν, τη δαπάνη γιατην αποπεράτωση του σχολείου, την ανέλαβε το κράτος. Το αρχικό σχέδιο ήταν νασυστεγαστεί στο κτίριο αυτό και η Αστική Σχολή, έτσι ονομάζονταν ταΗμιγυμνάσια. Συγχρόνως να γίνουν αίθουσες τελετών, σχολικός κινηματογράφοςκ.λ.π. Στο κτίριο αυτό σήμερα στεγάζεται το Δημοτικό σχολείο και το Νηπιαγωγείο.Από τα κεφάλαια του κληροδοτήματος του Αναστασίου Φιλίτη απέμεινε ένα μέρος,το οποίο αποφέρει ένα ετήσιο εισόδημα. Ο Σύλλογος που είναι υπεύθυνος για τοκληροδότημα αυτό, επιδοτεί Ζητσιώτες φοιτητές.Το Ελληνικό Σχολείο συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1935. Από το 1935-1940στεγάστηκε στο σπίτι «Σακκά», που το είχε αγοράσει και διασκευάσει για το σκοπόαυτό η επιτροπή του κληροδοτήματος Δημ. Ζησταίου. Στην περίοδο της δικτατορίαςΜεταξά τα Ελληνικά Σχολεία, πήραν το όνομα « Αστικαί Σχολαί».Στα χρόνια της Ιταλογερμανικής κατοχής η λειτουργία της Αστικής Σχολήςσταμάτησε. Οι κάτοικοι έκαναν έρανο για να μαζευτούν χρήματα, ώστε ναξαναλειτουργήσει η Σχολή, αφού έβλεπαν ότι το κράτος δεν τους βοηθούσε. Οισχολές μετονομάστηκαν σε Ημιγυμνάσια. Σαν Ημιγυμνάσιο λειτούργησε μέχρι το1963. Την άλλη χρονιά έγινε κρατικό, και λειτούργησε με τρεις τάξεις. ΤαΗμιγυμνάσια λειτουργούσαν με δυο τάξεις.
  •  Το Γυμνάσιο στεγάστηκε σε ιδιωτικά οικήματα γιατί η οικία «Σακκά», είχεερειπωθεί κατά ένα μέρος στην κατοχή. Το υπόλοιπο αποτελείωσαν οι ίδιοι οικάτοικοι μετά την απελευθέρωση. Μέχρι τότε η Ζίτσα με τα εκπαιδευτήρια που είχε και τις υποτροφίες που έδινανκάποιοι ευεργέτες, αριθμούσε πολλούς γραμματισμένους και επιστήμονες. Σε όλητην Ήπειρο είχε αποχτήσει το όνομα του πιο μορφωμένου και ανεπτυγμένου χωριού.Σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων το 1956 το γυμνάσιο στεγαζόταν στο σπίτι τουΓεωργίου Αυγέρη. Αργότερα για ένα μικρό χρονικό διάστημα στο ΠνευματικόΚέντρο και μετά το 1962 στην Οικία Λιάκου, που βρίσκεται πίσω από το ξενοδοχείοΚαλλιθέα. Σήμερα είναι ξυλουργείο.
  •  Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει επίσης στον Αναστάσιο Γουδίνο, έμπορο πουδραστηριοποιείτο στη Βλαχία και άφησε με τη διαθήκη του έξιχιλιάδες καισαροβλαχικά φλουριά. στα σχολεία της Ζίτσα. Η διαθήκη του Αν Γουδίνο
  •  Η επίσκεψη στη Ζίτσα περιγράφεται σε πολλά χρονικά δυτικοευρωπαίων πουπεριηγήθηκαν τα Ιωάννινα την εποχή του Αλή Πασά. Αναφέρονται ενδεικτικάοι Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ (1809), Τζον Κομπχάουζ, - Λόρδος Βύρων (1809) ΧένριΧόνλαντ (1813). Σίγουρα η πιο πολυτυπωμένη από αυτές τις επισκέψεις είναι τωνΚομπχάουζ και Βύρωνα, οι οποίοι έμειναν δύο ημέρες στον Προφήτη Ηλία. Ο μεν πρώτος κατέγραψε στο χρονικό του την άθλια κατάσταση που είχε επιβάλειστο μοναστήρι η εξουσία του Αλή Πασά, ο δε δεύτερος εντυπωσιάστηκε τόσο πολύαπ τη θέα, που εμπνεύστηκε μια στροφή απ το διάσημο ποίημα «Childe Harold» Το ποίημα που ακολουθεί αναφέρεται στη Ζίτσα:
  •  Ω Ζίτσα, από τον σύνδεντρο και φουντωτό σου λόφο χαριτωμένο και ιερό προβάλλει μοναστήρι. Εκείθε οπού και αν ρίξουμε το βλέμμα, επάνω, κάτω, τριγύρω μας, τι χρώματα κάθε λογής, τι τόποι με θέλγητρα μαγευτικά ξανοίγονται μπροστά μας! Βράχοι, ποτάμια και βουνά και δάση, απ΄ όλα πλήθος, και ένας γαλάζιος ουρανός δίνει αρμονία σ΄ όλα. Βύρων, Το Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ, XLVIII Απόδοση στα ελληνικά: Δημ. Σάρρος Το μοναστήρι του Αϊλιά της Ζίτσας είναι χτισμένο στην κορυφή του ομώνυμουλόφου που υψώνεται πάνω από την κωμόπολη. Απ’ την κορυφή του η θέα είναιπερίβλεπτη και θελκτική ώστε ο Λόρδος Βύρων που το επισκέφτηκε το 1809 κιέμεινε δυο μέρες σ’ αυτό στις 12 και 13 Οκτωβρίου, καταμαγεύτηκε απ’ αυτή κιαφιέρωσε στο βιβλίο του «Ταξίδι του Χάρολντ» τον εξής υπέροχο ύμνο :
  •  «Ω Μοναστήρι της Ζίτσας! Ευτυχές και ιερόν άσυλον. Φθάσαντες στην υψηλήκαι κατάσκιο κορφή σου φέρομεν τα βλέμματά μας κάτω υπό τα πόδια μας,υπεράνω των κεφαλιών μας! Τι ποικιλία χρωμάτων αντάξια της Ίριδας! ... Αλλά και άλλοι πολλοί επίσημοι ξένοι, όπως ο αυτοκράτορας του ΜεξικούΜαξιμιαλιανός που επισκέφτηκε το μοναστήρι έμεινε κατάπληκτος από τη μαγευτικήτοποθεσία του λόφου κι εξέφρασε το θαυμασμό του γι’ αυτόν. Έγραψε μάλιστα στοντοίχο του δωματίου του μοναστηριού στο οποίο φιλοξενήθηκε τα παρακάτω λόγια : «Ω Ζίτσα ευτυχής όποιος είδε τάς φυσικάς σου καλλονάς, ευτυχέστερος όποιοςδύναται ν’ απολαμβάνει τα θέλγητρά σου, αι μαγευτικαί σου θέσεις φέρουν στησκέψη του ανθρώπου την ύπαρξη του Πλάστου». Το μοναστήρι σύμφωνα με πληροφορίες μεταφέρθηκε από τον αντικρινό λόφο τουΑϊλιά στη σημερινή του θέση το 1598 και σαν κτήτοράς του αναγράφεται στηνεντοιχισμένη πάνω απ΄ την είσοδο της εκκλησίας πλάκα ένας ιερομόναχος Αθανάσιος«ΕΠΙ ΕΤΟΥΣ SΡΣΤ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ». Το μοναστήρι από την εποχή αυτή και στη συνέχεια έφτασε σε μεγάλη οικονομικήακμή κι απόχτησε πάρα πολλά κτήματα αγροτικά και αστικά. Οι κτιριακές τουεγκαταστάσεις ήταν τεράστιες. Στη μέση ήταν η εκκλησία στο όνομα του ΠροφήτηΗλία, η οποία σώζεται και σήμερα , είναι θολωτή κι αγιογραφημένη. Πάνω από τηνπόρτα που επικοινωνεί με το νάρθηκα μια επιγραφή φανερώνει πως «η Μονήιστορήθη το 1658 αρχιερατεύοντας του Μητροπολίτου Ιωαννίνων Καλλίνικουμηνί Οκτωβρίου». Οι αγιογραφίες της είναι εξαιρετικές και δείχνει ότι ο ζωγράφοςείχε αρκετή φαντασία και τέχνη σπάνια και ζηλευτή. Δυστυχώς πολλών αγίων τα
  •  μάτια είναι λογχισμένα. Το βανδαλισμό τον έκαναν Τούρκοι στρατιώτες , από ένατούρκικο Σώμα στρατού που διασώθηκαν ύστερα από την πανωλεθρία που έπαθανστη Β.Δ Μακεδονία από Σέρβους στον πόλεμο του 1912 κι έφτασαν εδώπανικόβλητα και πεινασμένα, όπου και ξεχείμασαν στο Μοναστήρι και σε διάφοραάλλα σπίτια της Ζίτσας και της Πρωτόπαππας. Σε αρκετή απόσταση από την εκκλησία ήταν χτισμένα τα κελιά, περισσότερα απότριάντα, που την πλαισίωναν σε σχήμα Π. Το κτιριακό αυτό συγκρότημα ήτανδιώροφο. Στο ισόγειο ήταν οι αποθήκες ( τα κελάρια όπως τα έλεγαν), τα θολωτάυπόγεια για τα κρασιά, οι κρυψώνες, οι ξυλαποθήκες και οι στάβλοι των φορτηγώνζώων. Στο απάνω πάτωμα ήταν αραδιασμένα τα κελιά που μπροστά τους είχαν μιαευρύχωρη κι απέραντη κρεβατιά από τη μια άκρη ως την άλλη, δυο δε σκάλεςεξωτερικές πέτρινες σε αρκετή απόσταση η μία από την άλλη, εξυπηρετούσαν τοανεβοκατέβασμα. Στα κελιά έμενε ο ηγούμενος, 3-4 βοηθοί καλόγεροι, ο παπάς του μοναστηριού, τολοιπό προσωπικό (μάγειρας και βοηθός του, δυο κοπέλια, ο κελαρτζής,αποθηκάριος), οι περαστικοί που εύρισκαν εδώ άσυλο και ξημέρωναν και οι επίσημοιεπισκέπτες που τα κελιά γι’ αυτούς ξεχώριζαν σε περιποίηση. Το μοναστήρι μετά το 1862 όταν έχασε πηγές εσόδων που προέρχονταν από ταΜετόχια που διατηρούσε στη Ρουμανία κ.α και από κακή διοίκηση άρχισε να πέφτεισε παρακμή. Το προσωπικό σιγά σιγά έφυγε και μόνο ένας παπάς μ’ έναν υπάλληλοέμειναν που συντηρούταν από τα λίγα γεώμηλα που εξακολουθούσαν να τους δίνουν
  •  οι ευσυνείδητοι μόνο από τους καλλιεργητές κι από τα μικρά ενοίκια πουεισέπρατταν από τα κτήματα του μοναστηριού στα Γιάννενα. Στο τέλος έμεινε μόνο ουπάλληλος που ονομάζονταν Δημήτριος Πανταζάκος ,ο «Μπασιαμήτρος» όπως τονέλεγαν στη Ζίτσα. Μετά τον ηρωικό θάνατο του Μπασιαμήτρου το μοναστήριορφάνεψε. Κανένας ιερομόναχος ή καλόγερος δεν ανέλαβε τη διοίκησή του. Ηκοινότητα Ζίτσας διόρισε ένα λαϊκό Ζιτσιώτη για φύλακά του κι επειδή κι αυτήβρισκόταν σε οικονομική αδυναμία δεν μπόρεσε να προβεί σε καμία επισκευή τωνκτιρίων του και να λάβει τα στοιχειώδη ακόμα μέτρα για τη συντήρησή του. Κι έτσιχρόνο με το χρόνο τα κτίρια ερειπώθηκαν και σε λίγο καιρό το τεράστιο κτιριακόσυγκρότημα των κελιών και το κτίριο που στεγάζονταν οι φούρνοι και τα μαγειρειάκατέρρευσαν. Σ’ αυτή τη θλιβερή κατάσταση βρίσκονταν το Μοναστήρι έως το 1930οπότε όλα τα μοναστηριακά κτήματα περιήλθαν στον Ο.Δ.Ε.Π., ο οποίος ταδιαχειρίζεται.Αυτή την περίοδο της μετάβασης της μοναστηριακής περιουσίας στον ΟΔΕΠ οιΖιτσαίοι δεν την είδαν με καλό μάτι γι’ αυτό το έτος 1931 απέστειλαν την παρακάτωεπιστολή , η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ στις 1/7/1931.Η εφημερίδα ΕΣΤΙΑ αναδημοσιεύει τακτικά θέματα που απασχόλησαν κατάκαιρούς διάφορες πληθυσμιακές ομάδες ή φορείς. Έτσι και στο φύλλο της 1ηςΙουλίου 2011 αναδημοσίευσε άρθρο της που είχε δημοσιευτεί από την ίδιαεφημερίδα την 1η Ιουλίου 1931 και αφορούσε τη διάλυση της Μονής τουΠροφήτη Ηλία, το οποίο και παραθέτουμε παρακάτω:“ΔΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΙΝ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΖΙΤΣΗΣ” Επιτροπή κατοίκων της Ζίτσης της Ηπείρου διαμαρτύρεται διατηλεγραφήματος της δια την διάλυσιν της Ιστορικής Μονής του Προφήτου
  •  Ηλίου, εκ της οποίας εγαλουχήθησαν μεγάλοι ιεράρχαι και η οποία υπήρξεν, επίΤουρκοκρατίας, κέντρον εκπαιδευτικόν της Ηπείρου.Η Κοινότης Ζίτσης ζητεί να της παραδοθή η Μονή δια να την διατηρήση αυτήως εθνικόν κειμήλιον." (ΕΣΤΙΑ 1-7-1931) Το χωριό απελευθερώθηκε μαζί με τα Ιωάννινα το 1913 στα πλαίσια του Α΄Βαλκανικού Πολέμου. Συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση (1941-1945)κυρίως μέσα απ τις γραμμές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ενώ κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο πουακολούθησε υπήρξε θέατρο σφοδρών μαχών λόγω της στρατηγικής του θέσης.
  •  Στα μεταπολεμικά χρόνια πολλοί κάτοικοι οδηγήθηκαν στη μετανάστευση κάτιπου εντεινόταν από επιδημίες φυλλοξήρας. που έπλητταν τα αμπέλια έως τις αρχέςτης δεκαετίας του ‘70. Παράλληλα, η χάραξη νέων οδικών αξόνων και η αναδιάταξη των κοινωνικών -οικονομικών δομών ακύρωσαν σε μεγάλο βαθμό τον αυτόνομο ρόλο πουδιαδραμάτιζε η Ζίτσα στην ευρύτερη περιοχή, μετατρέποντάς την σε δορυφόρο τωνΙωαννίνων. Παρ όλα αυτά παραμένει μέχρι σήμερα το κεφαλοχώρι της περιοχήςδυτικά των Ιωαννίνων στεγάζοντας πλήθος δημοσίων υπηρεσιών, ενώ το 2010 ηΕΜΥ εγκατέστησε μετεωρολογικό σταθμό. Στεγάζει επίσης τη ΒαδόκειοΒιβλιοθήκη με συλλογή περίπου 3.000 τόμων, καθώς και δημοτική πινακοθήκη. Ητελευταία αποτελεί δημιούργημα του ζωγράφου Κώστα Μαλάμου γεννημένουστην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, αλλά μεγαλωμένου στη Ζίτσα, ο οποίος δώρισε τηνπροσωπική συλλογή του με έργα σύγχρονης ελληνικής χαρακτικής.
  •  Παραδοσιακές δραστηριότητες των κατοίκων του χωριού είναι η αμπελουργία καιη κτηνοτροφία, ενώ στο πρόσφατο παρελθόν γνώρισε άνθιση η εξόρυξη μαρμάρου.Από τα παραπάνω, αυτό που έχει χαρίσει στη Ζίτσα διεθνή αναγνωρισιμότητα, είναιτο φερώνυμο κρασί της (ΟΠΑΠ κωδ. ZT) από λευκά σταφύλια της ποικιλίαςντεμπίνα. Αν και δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς εισήχθη η καλλιέργεια τηςντεμπίνα, το 18ο αιώνα το χωριό είχε ήδη εδραιώσει τη φήμη του ως οινοπαραγωγόςπεριοχή. Στις μέρες μας η συγκεκριμένη ποικιλία καλλιεργείται αποκλειστικά στηνκαλούμενη Αμπελουργική Ζώνη Ζίτσας..
  •  Η αμπελοκαλλιέργεια στην περιοχή έχει μακρά ιστορία που ξεκινά γύρω στον 15οαιώνα. Στη ζώνη ονομασίας προέλευσης καλλιεργούνται περίπου 2.000 στρέμματαΚάποιοι αμπελουργοί έχουν ήδη προχωρήσει σε βιολογικές καλλιέργειες.Καρίτσα . Το τοπωνύμιο αναφέρεται από τον Αραβαντινό με τον τύπο Καρίτζαδηλαδή «μικρή κάρα» και από τον Λαμπρίδη με τον τύπο Καρύτσα που το {υ}δηλώνει τη συσχέτισή του με την «καρυδιά». Ο Οικονόμου πιστεύει ότι τοτοπωνύμιο πρέπει να αποδοθεί ή από το σλαβικό koryto «η σκάφη, η κοίτη» ή από τοσλαβικό garъ < ρ.goreti «καίω». Σύμφωνα με τον Μπέττη το όνομα είναι σλαβικόκαθώς σχετίζεται με τη λέξη ΚΑΡΑ , που σημαίνει ποινή ή τιμωρία.
  •  Από τα αρχαιότερα χωριά της περιοχής καθώς κατά την εποχή της κατάκτησηςτου 1430 ευνοήθηκε μαζί με τους Ζαγορισίους από τους κατακτητές του Σινάν πασιάγια εκδουλεύσεις που όρισε ο ίδιος, οι κάτοικοί του, κατά το Χρονικό της Βοτσάς,να στέλνουν κάθε χρόνο αριθμό ανδρών, για ένα περίπου μήνα, για την φροντίδα καιεπιμέλεια των αλόγων και αμαξών του αυτοκρατορικού στρατού. Ο αριθμός τωνΒοϊνίκηδων ανδρών, ανέρχονταν κατά τα έτη 1621-1631 σε 822 από τους οποίους οι273 ήταν Καριτσιώτες. Πριν από το 1690 καταργήθηκε αυτή η αποστολή και οικάτοικοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν πλέον φόρο «δι άσπρων κατ’ αποκοπήν» Οφόρος μέχρι το 1693 ανέρχονταν συνολικά σε άσπρα 86000 από τα οποία 26000ήταν της Καρίτσας.